ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ: ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΙ ΕΝΑ & ½

Το Τραγούδι του Αχιλλέα-Κεφάλαιο 21 μισό -Βέρα-Κάμτση

Υπάρχουν μορφές που περνούν από τη λογοτεχνία σαν σκιές· όχι επειδή δεν έζησαν, αλλά επειδή η αφήγηση δεν τις κοίταξε ποτέ κατάματα. Η Βρισηίδα είναι μία από αυτές. Στο «Τραγούδι του Αχιλλέα», όπως και σε τόσες προηγούμενες εκδοχές του Τρωικού Πολέμου, υπάρχει κυρίως ως σημείο καμπής για τις πράξεις των ανδρών, ως σύμβολο, ως αφορμή — όχι όμως ως φωνή. Το παρόν κείμενο γεννήθηκε από το ερώτημα: τι θα συνέβαινε αν η Βρισηίδα δεν αποδεχόταν αυτή τη σιωπή; Αν απαιτούσε χώρο μέσα στην αφήγηση, όχι για να διορθώσει την ιστορία, αλλά για να την πει από τη δική της πλευρά;

Το κεφάλαιο που ακολουθεί λειτουργεί ως μια υποθετική προσθήκη, ένα «Κεφάλαιο Είκοσι Ένα και μισό», που δεν επιχειρεί να αναιρέσει το έργο της Madeline Miller, αλλά να συνομιλήσει μαζί του. Εδώ, η Βρισηίδα δεν είναι τρόπαιο ούτε αφηγηματικό εργαλείο· είναι βασίλισσα πριν γίνει αιχμάλωτη, γυναίκα πριν γίνει σύμβολο, άνθρωπος πριν γίνει σιωπή.

Το κείμενο επιχειρεί να αποδώσει τον Τρωικό Πόλεμο όχι ως έπος, αλλά ως κατάρρευση: ως εισβολή στα σπίτια, στα σώματα, στις μνήμες. Να δώσει χώρο σε μια άλλη ηρωική αφήγηση — εκείνη της επιβίωσης, της απώλειας και της αναγκαστικής προσαρμογής. Δεν πρόκειται για αποκατάσταση ούτε για καταγγελία· πρόκειται για μια άσκηση φαντασίας που παίρνει στα σοβαρά τη σιωπή και αναρωτιέται τι θα έλεγε αν της δινόταν, έστω καθυστερημένα, η δυνατότητα να μιλήσει.

Κεφάλαιο Είκοσι Ένα & ½

Σκοποί παρακολουθούσαν τις πόλεις μας κάθε μέρα, κάθε ώρα. Έμοιαζαν να περιμένουν κάτι – να ξεκινήσει η επίθεση, να σταλεί κάποια αντιπροσωπεία, ή έστω μια απόπειρα ένδειξης δύναμης από τον πρίγκιπα Έκτορα. Όμως εμείς κρατούσαμε τις πύλες μας κλειστές, με αποτέλεσμα οι επιδρομές να συνεχίζονται. Έμαθα να κοιμάμαι με τα αφτιά μου ανοιχτά, μήπως και γίνει κάποια επίθεση και με πιάσουν στον ύπνο. Είχα ακούσει ότι οι επιδρομές των Αχαιών είχαν ως αποτέλεσμα κλοπές – έπαιρναν λάφυρα μαζί τους, τα χώριζαν και τα έδειχναν ανάμεσά τους σε μια προσπάθεια να ξεπεράσουν σε δύναμη και ισχύ τους ίδιους τους συντρόφους τους. Τρόπαια του πολέμου που θα έπαιρναν μαζί τους, στο ταξίδι της επιστροφής, αν κατάφερναν να φύγουν νικητές. Τα περισσότερα από αυτά είχαν παρθεί από τα νεκρά σώματα στρατιωτών ή από τους λαιμούς χήρων, ενώ κάποια άλλα προερχόντουσαν από κάποτε ειρηνικά σπίτια και νοικοκυριά.

          Δεν είχα ακούσει ποτέ πριν την γλώσσα τους. Όταν, όμως, ο πατέρας μου έμαθε για τις επιδρομές επέμενε να μου μάθει κάποιες λέξεις που – όπως έλεγε εκείνος – θα μου φαινόντουσαν χρήσιμες. Πρώτα μου έμαθε τη λέξη έλεος, γιατί ήθελε να μπορώ να τους ζητώ να σταματήσουν να χτυπούν και να κακοποιούν το κορμί μου. Ύστερα, μου έμαθε πως να λέω ναι και παρακαλώ και τι θέλεις; Ένας πατέρας που μάθαινε στην θυγατέρα του πως να είναι σωστή υπηρέτρια, δούλα, για να μπορέσει να επιβιώσει. Τότε δεν καταλάβαινα· δεν μπορούσα να καταλάβω. Ένιωθα αηδιασμένη από την κατάσταση. Ήμουν η βασίλισσα της Λυρνησσού. Δεν θα γινόμουν σκλάβα κανενός.

          Όσο οι επιδρομές συνεχιζόντουσαν, άρχισε να ακούγεται ένα όνομα στον αέρα, το οποίο μεταφερόταν από στόμα σε στόμα, σαν κατάρα· Αχιλλέας. Έλεγαν πως την πρώτη μέρα που εμφανίστηκε αυτός ο νέος, έσφαξε δώδεκα άνδρες, μα δεν πείραξε τους χωρικούς, σαν λυσσασμένο σκυλί που επιτίθεται μόνον σε όποιον κρατά δόρυ. Κάποιος είχε πει πως το δόρυ που έριχνε αυτός ο νέος ήταν ευλογημένο από τους θεούς. Το πρώτο δόρυ που έριξε, λένε, διαπέρασε τον πιο μεγαλόσωμο στρατιώτη μας ακριβώς στο μάγουλο και έπεσε στο χώμα με την αιχμή του γεμάτη σάρκα. Ο δεύτερος που έπεσε, ήταν από χτύπημα στο στήθος. Μα όσοι έπεφταν ήταν ένοπλοι στρατιώτες και όχι αγρότες, γυναίκες ή παιδιά. Ήλπιζα πως όλοι οι Αχαιοί θα ήταν σαν κι αυτόν· θα πολεμούσαν δίκαια, τους οπλισμένους και δεν θα σκότωναν άδικα.

          Λίγες μέρες μετά, όσο τα νέα συνέχισαν να ταξιδεύουν, με όσους ζουν να ψάχνουν απελπισμένα καταφύγιο σε γειτονικές πόλεις, μάθαμε τις απάνθρωπες πράξεις των στρατιωτών, που έκαναν την πέτσα μου να ανατριχιάσει. Αχαιοί στρατιώτες βίαζαν τις γυναίκες στα χωράφια και τις παρατούσαν. Χυδαία χέρια πασπάλιζαν τα κορμιά μικρών κοριτσιών, ενώ γροθιές έσπαγαν τα πλευρά τους και κρύα δάχτυλα παραβίαζαν κάθε τι ιερό. Κάποιες γυναίκες μουρμουρούσαν κατάρες, ενώ άλλες φώναζαν στον Άρη να τις εκδικηθεί. Ο άντρας μου, ο βασιλιάς Μύνητας, και τα τρία μου αδέρφια, προσπαθούσαν να με καθησυχάσουν. Δεν θα επιτεθούν σε εμάς, έλεγαν, η μάχη είναι με την Τροία. Όμως οι μέρες περνούσαν και οι Αχαιοί ολοένα και πλησίαζαν στη Λυρνησσό.

          Άκουγα ιστορίες για γυναίκες που αγκάλιαζαν προστατευτικά τις κόρες που είχαν προλάβει να ωριμάσουν, αλλά δεν είχαν φτάσει σε ηλικία γάμου. Όσα κορίτσια ήταν πάνω από δέκα χρονών δεν γλίτωναν. Κάποιες γυναίκες μιλούσαν για τους άνδρες με μίσος, φόβο και αηδία, ενώ άλλες έλεγαν πως ανάμεσά τους υπήρχε ένας άνδρας που πιθανότατα να ήταν ο πιο όμορφος άντρας επί γης· βίαιος, άγριος, αλλά όμορφος. Ίσως να μιλούσαν για αυτόν τον Αχιλλέα. Ίσως να ήταν και ένας άλλος άνδρας, μιας και άλλα ονόματα άρχισαν να ψιθυρίζονται. Ένα από αυτά ήταν εκείνο του Αγαμέμνωνα.

          Την τρίτη εβδομάδα επιτέθηκαν στη Λυρνησσό. Δεν πρόλαβα να βγω από την κάμαρά μου. Ο ήχος της σάλπιγγας ήρθε – όχι σαν προειδοποίηση – σαν ψίθυρος που έγινε κραυγή. Δεν έμοιαζε σε τίποτα με τη μουσική των τελετών. Ένας σκισμένος ήχος, αγριεμένος, που δεν είχα ακούσει ποτέ πριν. Έμοιαζε με σίδερο που λυγίζει.

          Έτρεξα στην εξώπορτα. Ο πρώτος καπνός είχε ήδη εμφανιστεί, από την αγορά. Η φλόγα ήταν μικρή ακόμα, αλλά δεν έμοιαζε με λάθος· είχε πρόθεση. Άντρες με δόρατα στα χέρια έτρεχαν, ενώ πίσω τους ακολουθούσαν κι άλλοι πιο βαριά οπλισμένοι. Είχαν έρθει στη Λυρνησσό. Ένας πόλεμος που είχε ξεκινήσει για την Ελένη αλλά κατέληξε να τρέφεται από τον πόνο και το αίμα. Δεν ήξερα πως έπρεπε να κινηθώ. Έπρεπε να είχα κρυφτεί, μα δεν το έκανα. Κοίταξα τον άντρα μου με την πολεμική του φορεσιά, πλάι στα αδέρφια μου, να τρέχουν προς τον εχθρό. Δεν διέφεραν, αλλά ξεχώριζαν. Οι δικοί μου προστάτευαν την πόλη μας. Εκείνοι διψούσαν για αίμα.

          Άκουσα την φωνή του να σχίζει το νου μου. Πίσω, Βρισηίδα, μου είπε. Τα πόδια μου ξαφνικά αποκολλήθηκαν από το έδαφος και έτρεξα μέσα στα διαμερίσματά μου. Ένας αμφορέας έσπασε καθώς πανικόβλητες οι υπηρέτριές μου με ακολουθούσαν. Μία στάθηκε να μαζέψει τα σπασμένα κομμάτια. Της φώναξα. Την διέταξα να με ακολουθήσει. Έτρεχα στους διαδρόμους. Τα αδέρφια μου, ο άντρας μου, οι άνδρες της πόλης μας, έπεφταν ένας-ένας, σώμα με σώμα, στη μάχη. Άκουγα κραυγές. Και μετά, άκουσα την πόρτα να ανοίγει και βήματα γοργά να γεμίζουν τους διαδρόμους. Αυτό είναι, σκέφτηκα, εδώ θα πεθάνω.

          Ένας από τους αδερφούς μου έτρεξε προς το μέρος μου. Έβαλε το σώμα του μπροστά μου. Ένα δόρυ έσχισε το σώμα του, αφήνοντας το αίμα να βγει απ’ το κορμί του και να λεκιάσει το μάρμαρο. Δεν φώναξε. Χαμογελούσε μόνο, σαν να είχε εκτελέσει τις οδηγίες που του είχαν δοθεί κατά γράμμα. Σαν να έπραττε όπως ένας σωστός στρατιώτης. Ένας από τους άλλους με πλησίασε, έσπρωξε το σώμα του αδερφού μου από τη μέση και με τράβηξε απ’ το μπράτσο. Τραβήχτηκα. Δεν ήθελα να με ακουμπάει. Εκείνος φάνηκε να θυμώνει με την πράξη μου και με έσφιξε παραπάνω και με πέταξε μπροστά στα πόδια του. Σωριάστηκα, με δάκρια στα μάτια, καθώς τα ακροδάχτυλά μου ακουμπούσαν τον μανδύα του νεκρού αδερφού μου.

          Σήκωσα το κεφάλι μου με θάρρος, αλλά βρέθηκα ξανά χάμω, με το μάγουλό μου να καίει από την γροθιά του ξένου. Κάτι φώναξε, μα δεν γνώριζα τόσο καλά την γλώσσα τους. Άρχισα να κλαίω, το σώμα μου έτρεμε. Πιάστηκα από το πόδι του αδερφού μου και άρχισα να φωνάζω στους θεούς· όλους, όποιος κι αν άκουγε, να έρθει να μας σώσει.

          Με τράβηξε από τα μαλλιά. Το σώμα μου τριβόταν στο παγωμένο μάρμαρο, σέρνοντας μαζί του και το αίμα του νεκρού, που είχε βάψει τα υφάσματά μου. Προσπάθησα να αντισταθώ, μα άδικα. Το φως του ήλιου επιτέθηκε στα μάτια μου χωρίς προειδοποίηση. Και ο ξένος, με άφησε να πέσω από τις σκάλες, να χτυπά το κορμί μου σε κάθε σκαλοπάτι, μέχρι που έφτασα στο χώμα της αυλής.

          Άκουσα ένα ουρλιαχτό. Γύρισα το κεφάλι μου ζαλισμένη και είδα τον άντρα μου να με κοιτά. Έτρεξε προς το μέρος μου, μα σταμάτησε πριν με προλάβει. Για μια στιγμή νόμιζα πως τρόμαξε και δείλιασε. Όμως μετά αναγνώρισα τον ήχο· η λεπίδα από το δόρυ που έσχιζε τη φρέσκια σάρκα. Με το δόρυ καρφωμένο στην κοιλιά, έπεσε στα γόνατά του. Ο ξένος πάνω απ’ τις σκάλες γελούσε με ικανοποίηση. Ένας άλλος, με την πίσω πλευρά του δικού του δόρατος έσπασε τη μύτη του Μύνητα, με παχύ κόκκινο αίμα να γεμίζει το πρόσωπό του. Έβλεπα πλέον θολά και η ανάσα μου ήταν κοφτή. Δεν άντεχα να γίνω μάρτυρας στον θάνατό του. Ο ξένος που του έσπασε τη μύτη, γύρισε μέσα σε μια στιγμή το δόρυ του και το έμπηξε στο στήθος του Μύνητα. Ο άντρας μου πέθανε κοιτώντας με. Δεν έκλαψε, ούτε φώναξε. Μόνο το στόμα του κινήθηκε, σαν να ήθελε να προσευχηθεί, μα δεν του έφτασε ο χρόνος.

          Τα δύο μου αδέρφια, έτρεξαν κι αυτά μπας και προλάβουν να τον σώσουν· ή αυτόν ή εμένα. Ο ένας κρατούσε μια πέτρα στα χέρια του – άχρηστο πράγμα, παιδικό – ο άλλος κρατούσε ένα εχθρικό δόρυ. Πριν προλάβουν να πλησιάσουν, δύο αντίπαλοι άνδρες τους εμπόδισαν. Ο ένας δέχτηκε την πέτρα του μικρότερου στο πρόσωπο, όμως, χωρίς πόνο, γέλασε και έπιασε τον αδερφό μου από πίσω, με τα χέρια του να σφίγγουν το λαιμό του. Ο άλλος άφησε τον μεγαλύτερο να του επιτεθεί με το δόρυ – που δεν κρατούσε σωστά – και το απέφυγε με απίστευτη ευκολία. Το δόρυ βρέθηκε στο έδαφος με τον αδερφό μου να κοιτά σαστισμένα τον ξένο. Ο ξένος έμπηξε το δικό του δόρυ στο στήθος του και ο αδερφός μου φώναξε σαν ζώο. Ο ήχος διαπέρασε τα αφτιά μου κάνοντάς με να χάσω την ανάσα μου. Πλέον δεν ανέπνεα, δεν υπήρχα, απλά κοιτούσα και αυτόν τον αδερφό μου να χάνεται μπροστά στα υγρά μου μάτια.

          Ο μικρότερος ούρλιαξε και προσπάθησε να ξεφύγει απ’ τα δεσμά του ξένου· μια άδικη προσπάθεια ενός αδύναμου, νεαρού παιδιού. Ο ξένος το βρήκε διασκεδαστικό και το γέλιο του δυνάμωσε. Τα χέρια του έσφιξαν κι άλλο γύρο από το λαιμό του παιδιού και εκείνο κοίταξε τον ουρανό με οργή, σαν να καταριόταν τους θεούς. Κάτι μέσα μου έσπασε σε χίλια μικρά κομμάτια, σαν εκείνον τον αμφορέα, και σκορπίστηκαν στα βάθη μου καθώς είδα και τον τελευταίο αδερφό μου να πέφτει νεκρός στο χώμα.

          Φώναξα. Δεν θυμάμαι τι, αλλά φώναξα με όλη μου τι δύναμη. Ίσως να τους καταράστηκα, ίσως να τους μίλησα στη γλώσσα τους. Γύρισαν και με κοίταξαν. Τα μάτια τους γεμάτα θυμό. Δεν ήταν άνθρωποι αυτοί, ήταν θηρία. Ένας νεαρός μπήκε στην αυλή και όλα τα βλέμματα έπεσαν πάνω του, σαν να μην είχα φωνάξει ποτέ. Με κοίταξε με περιέργεια, ενώ στη συνέχεια η προσοχή του στράφηκε στα νεκρά σώματα γύρω μου. Πλησίασε και με σήκωσε. Κάτι είπε στους άλλους και αποχώρησε. Δεν ήξερα ποιος ήταν, αλλά είχε εξουσία γιατί με το που απομακρύνθηκε οι άνδρες που προηγουμένως σκότωναν την οικογένειά μου, με κουβαλούσαν πλέον στα χέρια τους και με οδηγούσαν μακριά απ’ το σπίτι μου. Άκουσα ένα όνομα να ανταλλάσσεται ανάμεσα στους ξένους· Αγαμέμνων.

          Φτάνοντας στα παράλια, με έβαλαν πάνω σε βάθρο, μαζί με άλλα υλικά αγαθά, σαν να ήμουν και εγώ ένα από τα τρόπαιά τους. Πλάι μου σπαθιά, υφαντά χαλιά και χρυσάφι. Μπορούσα να νιώσω το σκουροκάστανο δέρμα μου να ψήνεται από οργή και την μελανιά στο πρόσωπό μου να με καίει, όμως έμεινα ακίνητη, σταθερή και σίγουρη. Δεν θα άφηνα αυτούς τους αγρίους να με σπάσουν κι άλλο. Είχα ήδη χάσει τα πάντα. Τι άλλο απέμεινε να πάρουν από εμένα, παρά το σώμα μου;

          Είχε μισοσκόταδο και δεν μπορούσα να διακρίνω τα πρόσωπά τους καθαρά από απόσταση. Έψαχνα να βρω αυτούς που είχαν αφανίσει την πόλη μου, την οικογένειά μου. Ένιωσα τον αέρα να περνά απ’ το σχισμένο φόρεμά μου στον ώμο, ενώ το αίμα του νεκρού αδερφού μου ήταν ακόμα κολλημένο πάνω μου. Μέσα σε λίγη ώρα είχα γίνει το πιο ποθητό αξιοθέατο· άνδρες μαζεύονταν γύρω, ξετρελαμένοι από ενθουσιασμό. Έμοιαζε να είμαι η πρώτη γυναίκα που έφερναν πίσω στις σκηνές, σαν ζώα που βαρέθηκαν να πράττουν τις ανίερες πράξεις τους σε χωράφια και ξένα σπίτια. Μπορούσα να διακρίνω το νόημα της ύπαρξής μου σε αυτό το βάθρο. Δεν ήμουν ένα απλό τρόπαιο, αλλά μια άδεια· μια άδεια να φέρουν σκλάβες και παλλακίδες στο στρατόπεδο για να τους ευχαριστούν στο κρεβάτι. Έβλεπα στα πρόσωπά τους την έξαψη που τους έδινε ο δικός μου ο συμβολισμός. Ο άνδρας που ζήτησε να μεταφερθώ εδώ – αυτός ο Αγαμέμνων – είχε στο νου του αυτήν ακριβώς την αντίδραση· αποχαυνωμένοι άνδρες, στερημένοι, να στέκονται υπάκουοι μπροστά του, με την υποψία που θα τους επιτραπεί να με χρησιμοποιήσουν – εμένα κι άλλες σαν κι εμένα που θα ακολουθούσαν.

          Ξαφνικά έβλεπα μπροστά μου την αισχρή πτώση του πολιτισμού. Άνδρες που έτριβαν προκλητικά τα παντελόνια τους, σαν να έδιναν απειλές, ενώ μια γυναίκα καθόταν ακίνητη, αβοήθητη, μπροστά τους. Είχα γίνει μέσο προβολής δύναμης και εξουσίας σε ένα πολιτικό παιχνίδι, δίχως την θέλησή μου. Και ξαφνικά, ήρθε αυτός – ο Αγαμέμνων – ο άνδρας που με έφερε σε αυτό το βάθρο. Ανέβηκε πάνω, με τα μάτια του να γλιστράνε αργά πάνω στο κορμί μου, με ένα αχνό χαμόγελο να ζωγραφίζεται στα χείλη του. Έμοιαζε ξεκούραστος, σαν να μην είχε μόλις τελέσει επιδρομή στη Λυρνησσό. Με έβλεπε σαν τρόπαιο – αυτό ήταν – και αυτό τον ξεκούραζε.

          Κι ενώ περίμενα να μου ορμίσει, ένας άλλος άνδρας μίλησε. Όλοι έστρεψαν την προσοχή τους σε αυτόν. Δεν καταλάβαινα τι έλεγε, μα σίγουρα μιλούσε για εμένα. Ο Αγαμέμνων του απάντησε. Και ξαφνικά, σιωπή. Τα βλέμματα έπεφταν μία στον νέο που είχε διακόψει, μία σε εμένα. Και τότε, κατάλαβα. Με διεκδικούσε. Ο Αγαμέμνων με κοίταξε και έπειτα κούνησε το κεφάλι του, σαν να έδινε συγκατάθεση.

          Δεν άκουγα τίποτα – δεν καταλάβαινα τις λέξεις τους. Οι φωνές τους ήταν κοφτές, σκληρές, σαν να μετρούσαν, να με ζύγιζαν. Δεν ήμουν άνθρωπος για αυτούς, παρά ένα ακόμα λάφυρο, ανάμεσα σε χρυσό, κύπελλα, υφάσματα και περιδέραια που είχαν αρπάξει απ’ την πόλη μου. Στεκόμουν όρθια, μα η ψυχή μου καθόταν κουλουριασμένη κάπου μέσα μου και έκλαιγε. Η γλώσσα τους μου ήταν ξένη, αλλά άκουσα ένα όνομα, τον αποκάλεσαν Αχιλλέα. Αυτός ήταν – ο άνδρας για τον οποίο μιλούσαν, απ’ την πρώτη του κιόλας μάχη. Άραγε ήξερε ποια είμαι – ποια ήμουν; Το βλέμμα του πέρασε από πάνω μου, μα δεν θύμιζε τον τρόπο που με είχε κοιτάξει πριν λίγο ο Αγαμέμνων. Δεν έμοιαζε να με βλέπει σαν ένα κομμάτι ύφασμα του οποίου την ποιότητα έπρεπε να ελέγξει. Μα ούτε ποια ήμουν γνώριζε, ούτε φαινόταν να τον νοιάζει.

          Δίπλα του στεκόταν ένας ακόμα νέος. Αυτουνού το δέρμα ήταν πιο σκούρο, μα όχι σαν το δικό μου. Δεν μπορούσε να ήταν ένας από εμάς – σίγουρα άνηκε στον Αχιλλέα. Το δικό του βλέμμα, όμως, έμοιαζε γεμάτο με τρόμο, σαν να φοβάται εμένα ή για εμένα. Καθόταν, ωστόσο, και έβλεπε την τύχη μου να κρέμεται από τα λόγια του αφέντη του. Ήξερε άραγε ο νέος ποια ήμουν; Ήξερε πως υπήρξα γυναίκα του Μύνητα; Μου είχαν πάρει τα πάντα αυτοί, και τώρα έπαιρναν κι εμένα.

          Με κατέβασαν από το βάθρο και με έριξαν μπροστά στα πόδια του Αχιλλέα, μα ο νεαρός πλάι του με σήκωσε και με βοήθησε να απομακρυνθώ από τον λόχο. Έμοιαζαν με απογοητευμένα ζώα όλοι τους, με το βλέμμα κατεβασμένο, με το κεφάλι σκυμμένο από την ήττα… Ποιος ήταν αυτός ο Αχιλλέας που όλοι τόσο έτρεμαν;

          Ο νεαρός με άφησε μπροστά σε μια σκηνή. Η σκηνή που θα γινόταν μάρτυρας σε όλα μου τα πάθη. Μια σκηνή που θα έβλεπα και εγώ στον ύπνο μου, σαν να είναι εφιάλτης. Ο Αχιλλέας έβγαλε το σπαθί του απ’ την θήκη και το έτεινε μπροστά μου. Το αίμα μου πάγωσε και τα πόδια μου με οδήγησαν δυο βήματα πίσω. Θύμωσα με εμένα· δεν έπρεπε να δείξω φόβο, ήμουν η βασίλισσα της Λυρνησσού, ο φόβος δεν μου ταίριαζε. Ο νεαρός με το σκούρο δέρμα, έπιασε το σπαθί απ’ τα χέρια του Αχιλλέα και πριν γυρίσει να με κοιτάξει, κάτι του είπε σιγανά, σχεδόν ερωτικά. Ο Αχιλλέας άφησε το σπαθί στο νέο και γύρισε να φύγει. Τότε, ο νέος με κοίταξε στοργικά και με το ελεύθερό του χέρι, έδειξε τον εαυτό του και μου είπε Πά-τρο-κλος.

          Πάτροκλος, επανέλαβα με κόπο, καθώς η ξένη γλώσσα μου τρυπούσε τον ουρανίσκο. Σιχάθηκα την ξένη ρίζα που μπήκε στο στόμα μου σαν άγευστο δηλητήριο, μια γλώσσα ξένη που μιλούσαν αυτοί· αυτοί που σκότωσαν εμάς. Μα πριν προλάβω να ελέγξω τον εαυτό μου, πριν προλάβω να με συγκρατήσω, μια ακόμα λέξη έφυγε από τα δυο μου χείλη – έλεος, ζήτησα και δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά μου. Και εκείνος με παρατηρούσε χαμένος, λέγοντας λέξεις που ήλπιζε πως θα καταλάβω, μα δεν μπορούσα.

          Έπιασε τα χέρια μου και, με το σπαθί του Αχιλλέα, έκοψε το σχοινί που με κρατούσε. Στάθηκα με τα μάτια μου καρφωμένα πάνω στα ελεύθερά μου χέρια, το στόμα μου ανοιχτό, μη μπορώντας να μιλήσω με τον ξένο. Αν μπορούσα, τι θα του έλεγα, άραγε; Θα μιλούσα ή μήπως η φωνή μου είχε ήδη θαφτεί κάτω απ’ τα καμένα απομεινάρια της πόλης μου;

          Έκλαψα, τελικά, μονάχα. Άφησα το σώμα μου να πέσει και τα μάτια μου να θολώσουν, σαν αυτή να ήταν η αρχή του τέλους· του δικού μου τέλους.

Βέρα Κάμτση


Discover more from Vera Kamtsi

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Σχολιάστε

Ανακάλυψε περισσότερα από Vera Kamtsi

Εγγράψου τώρα για να συνεχίσεις να διαβάζεις και να αποκτήσεις πρόσβαση στο πλήρες αρχείο.

Συνεχίστε την ανάγνωση