Το «Ενοχή» είναι ένα σύντομο διήγημα που εκτυλίσσεται σε έναν κλειστό τόπο, όπου οι φωνές χαμηλώνουν και η σιωπή γίνεται συνήθεια. Το κείμενο έχει δημοσιευθεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Λεξηtanil» (Τεύχος 107, σ. 74-77) του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας.
Είναι Παρασκευή βράδυ. Έξω από το παράθυρο του δωματίου μου, σκιές περνούν, σαν παρέλαση, να πουν το τελευταίο αντίο σε μια ακόμα κοπέλα. Η είδηση για τον θάνατό της ήρθε όπως κάθε φορά· βγήκε ο παπάς του χωριού πρωί-πρωί και χτύπησε πένθιμα την καμπάνα. Την περιμέναμε αυτή την καμπάνα. Ο παπά Χρυσόστομος μάθαινε πρώτος τα νέα, κατευθείαν από το αστυνομικό τμήμα της πόλης. Μόλις έκλεινε το τηλέφωνο, χάιδευε τα μούσια του, τίναζε τα ράσα του, έκανε τον σταυρό του και πήγαινε στο καμπαναριό του να ενημερώσει το χωριό.
Την κοπέλα την ψάχνανε δύο ολόκληρες ημέρες. Είχε εξαφανιστεί ξημερώματα Τετάρτης. Όταν δεν γύρισε σπίτι της, η μητέρα της βγήκε να την ψάξει. Κάποιοι γείτονες βγήκανε μαζί της. Στην αρχή, όταν η πρώτη κοπέλα εξαφανίστηκε είχε ξεσηκωθεί όλο το χωριό. Μα όσο ο αριθμός των νεκρών μεγάλωνε, τόσο λιγότεροι έβγαιναν από τα σπίτια τους να βοηθήσουν.
«Άλλη μία κοπέλα που δεν γύρισε σπίτι της…», έλεγαν και κάθονταν μέσα στα σπίτια τους να περιμένουν τα νέα.
Αυτή εδώ η μητέρα, που τώρα πλάνταζε στο κλάμα, είχε πλάι της δυο άντρες να την κρατούν σφιχτά. Οι άντρες εδώ είμαστε πιο δυνατοί σε τέτοια θέματα. Όταν μια κοπέλα χανόταν, οι άντρες μαζεύονταν στο καφενείο και συζητούσαν. Κάποιοι ήθελαν να λάβουν δράση, να βρουν τον ένοχο. Άλλοι ήθελαν να διοργανώσουν περιπολίες για να προστατέψουν τις γυναίκες του χωριού. Άλλοι κάθονταν σιωπηλοί και παρατηρούσαν τους συμπολίτες τους. Και από ολονών το νου περνούσε η ίδια σκέψη: ποιος από εμάς είναι ο δολοφόνος;
Οι γυναίκες, από την άλλη, έκλαιγαν. Δεν μαζεύονταν σε σπίτια ή καφενεία. Πήγαιναν σιωπηλές στην εκκλησία, άναβαν κεριά και περίμεναν να περάσει άλλη μια μέρα. Για αυτές, ο θάνατος των κοριτσιών ήταν μια πληγή που δεν έπρεπε να ξύσουν. Αν την έξυναν θα έβγαινε στην επιφάνεια το σκούρο παχύ υγρό της κοινωνίας. Καμία δεν ήθελε να μάθει πως ο άνδρας της, ο γιος της, ο πατέρας ή ο σύζυγός της ήταν ο δολοφόνος που στερούσε από το χωριό άλλη μια γυναικεία παρουσία.
Η πρώτη κοπέλα ήταν η Φωτεινή. Ήταν μόλις δεκαεννέα ετών. Τη μέρα που εξαφανίστηκε φορούσε ένα λευκό φόρεμα, κεντητό με μικρά λευκά λουλουδάκια. Είχε πιασμένα τα μαλλιά της σε μια πλεξούδα που έπεφτε από την κορυφή του κεφαλιού στους νεανικούς της ώμους. Τα λευκά της παπούτσια, που μόλις είχε αγοράσει από την πρωτεύουσα, ήταν ο λόγος που βγήκε εκείνο το απόγευμα από το σπίτι της. Θα πήγαινε μέχρι το προαύλιο της εκκλησίας, θα συναντούσε τον αγαπημένο της και θα του έδειχνε τα νέα της παπούτσια, τα οποία θα την συνόδευαν στη νέα της αρχή στην πόλη. Το κορίτσι δεν έφτασε ποτέ στο ραντεβού του. Ο αγαπημένος της περίμενε μια ώρα παραπάνω. Όταν κατάλαβε πως η Φωτεινή δεν θα ερχόταν, πήγε έξω από το σπίτι της. Ο πατέρας της δεν γνώριζε τον δεσμό των παιδιών και έτσι το αγόρι πήγε κρυφά στην πόρτα της κουζίνας, χτύπησε απαλά με σύνθημα και η μητέρα της Φωτεινής άνοιξε την πόρτα. Όταν τα είπανε λιγάκι και κατάλαβαν και οι δυο πως η Φωτεινή είχε χαθεί, είπαν στον πατέρα της τα μαντάτα. Εκείνος έξαλλος! Από τη μία ο δεσμός της κόρης του κι από την άλλη, η εξαφάνιση του κοριτσιού. Ξεσήκωσε όλο το χωριό. Ήταν καλοκαίρι και οι άνθρωποι ξεχύθηκαν στους δρόμους ψάχνοντας τη Φωτεινή. Δεν τη βρήκαν, παρά μια μέρα αργότερα. Ήταν ξαπλωμένη στο ψηλό χορτάρι, με το φόρεμά της σκούρο κόκκινο, τα μαλλιά της ανάκατα και τα λευκά παπούτσια της να λείπουν. Είχε ξεψυχήσει πολύ πριν την βρουν.
Την επόμενη μέρα, το χωριό ξύπνησε με τον πένθιμο ήχο της καμπάνας. Όλοι φόρεσαν μαύρα και συναντήθηκαν στην εκκλησία. Η μητέρα της έκλαιγε και ζητούσε τον λόγο. Ο πατέρας της ήταν σκληρός, σαν θεριό κοιτούσε έναν-έναν τους παρευρισκόμενους, σαν να έψαχνε τις τύψεις στο βλέμμα του ενόχου. Το παλικάρι της ήταν απόμακρο και σκεπτικό. Κατηγορούσε τον εαυτό του, ή μήπως τη συνάντησή τους; Δεν μάθαμε ποτέ. Όταν η κηδεία τελεύτηκε, όλοι πήγαν σπίτια τους και κανένας δεν κυκλοφόρησε στους δρόμους μέχρι να πέσει ο ήλιος. Μόλις νύχτωσε, ανάψανε από ένα κερί και βγήκαν στους δρόμους. Το έχουμε έθιμο εδώ, όταν ένας νέος χάνετε να περπατάμε το χωριό απ’ άκρη σ’ άκρη με αναμμένα τα κεριά, για να δείξουμε το δρόμο στη ψυχή του νεκρού, μη χαθεί και μείνει εδώ κοντά μας.
Τις επόμενες μέρες όλοι ζητούσαν να βρεθεί ο ένοχος. Πήρανε τηλέφωνο στις Αρχές, πήγαν στη πόλη να ζητήσουν βοήθεια, μέχρι και o παπάς είχε οργανώσει ένα σύστημα ανώνυμης πληροφοριοδότησης, δίπλα στο κουτί των δωρεών. Το χωριό ήταν φανερά αναστατωμένο. Οι γυναίκες κοιτούσαν ποιος ήταν αυτός που τους ακολουθούσε στο στενό δρομάκι, που ακόμα και να τον ήξεραν πάλι φοβόντουσαν, έτρεμαν μήπως το κακό ξαναγίνει. Και ξαναέγινε. Εξήντα τρεις μέρες αργότερα, άλλη μια κοπέλα εξαφανίστηκε από το χωριό μας. Αυτή τη φορά ήταν η Χαριτίνη, η κόρη του μπακάλη.
Η Χαριτίνη δεν έμοιαζε στη Φωτεινή σε τίποτα. Ήταν είκοσι δύο χρονών και αγοροέφερνε. Φορούσε πάντα μαύρα ρούχα και ήταν ανεξάρτητη από πολύ μικρή. Ο πατέρας της τής είχε δώσει δουλειά στο μπακάλικο και ήταν αυτή που έκλεινε το μαγαζί τη νύχτα. Μια νύχτα, όμως, η Χαριτίνη δε γύρισε. Ο πατέρας της στην αρχή νόμιζε πως είχε πάει στη πόλη να τα πιει, αλλά το επόμενο πρωί βγήκε στους δρόμους να την ψάξει. Αυτή την βρήκαν πιο εύκολα. Το σώμα της ήταν βεβηλωμένο και πεταμένο στο δασάκι πίσω από την εκκλησία. Όλοι αναρωτήθηκαν πώς βρέθηκε εκεί αφού το μπακάλικο ήταν από την άλλη πλευρά του χωριού, αλλά το άφησαν αναπάντητο, μιας και κανείς δεν την είχε δει εκείνη τη νύχτα.
Το μεσημέρι που την βρήκαν χτύπησε η καμπάνα πένθιμα. Ο παπά Χρυσόστομος εκείνη τη φορά πήρε πρωτοβουλία και έπιασε σχέσεις με έναν αστυνομικό από τη πόλη. Του υποσχέθηκε ο μπάτσος πως θα τον πιάσουνε τον αλήτη. Μα ο αλήτης δεν πιάστηκε. Σαράντα πέντε μέρες αργότερα εξαφανίστηκε η Παναγιώτα. Μετά, στις είκοσι επτά μέρες, χάθηκε η Σοφούλα. Δεκαεννέα μέρες μετά, η Κική. Και ο χρόνος με τον οποίο χανόντουσαν ολοένα και μίκραινε.
Μέχρι που φτάσαμε τη περασμένη Τρίτη. Αυτή τη φορά έφυγε η Κατερινούλα του φίλου μου του Αποστόλη. Ήταν μόλις δεκαέξι ετών. Μόλις χάθηκε το κορίτσι, Τρίτη βράδυ, βγήκε στους δρόμους σαν τρελαμένος. Δεν τον είχα ξαναδεί τόσο φοβισμένο. Είχε σκοπό να την κλειδώσει στο σπίτι, μιας και οι δολοφονίες είχαν γίνει πια συστηματικές, μα το λυπήθηκε το κορίτσι που επαναστάτησε και το άφησε να βγει μια βόλτα. Μαζί του ήταν και η γυναίκα του και τα δυο του τα παλικάρια. Ήταν τέσσερις τη νύχτα όταν μου χτύπησε τη δική μου πόρτα. Είδα τον τρόμο στα μάτια του και κατάλαβα. Μείναμε σιωπηλοί για δυο λεπτά και ύστερα του είπα “κάτσε να πάρω το παλτό μου και έρχομαι και εγώ”. Τον άφησα να περιμένει στον κήπο.
Πριν φύγω από το σπίτι έριξα μια κλεφτή ματιά στο μπάνιο. Εκείνος έπλενε τα χέρια του. Έφυγα δίχως να του πω κουβέντα.
Την είχε κρύψει καλά το βρομόπαιδο και δε τη βρήκαν μέχρι τα ξημερώματα της Παρασκευής. Αυτή τη φορά η αστυνομία ήρθε με σκυλιά. Αν δεν την βρίσκαμε εμείς τις πρώτες είκοσι τέσσερις ώρες, έπαιρνε ο παπάς τηλέφωνο το γνωστό του και εκείνος ερχόταν με ενισχύσεις. Τα σκυλιά πήγαν προς το μικρό ρέμα, γαύγισαν και έκατσαν πλάι σε μια σάπια ξύλινη πλατφόρμα. Την είχε κρύψει εκεί κάτω.
Και σήμερα, ενώ η καμπάνα χτύπησε πένθιμα το πρωί και τώρα βγήκαν οι άνθρωποι στους δρόμους, αυτός είναι πάλι εκεί έξω. Τριγυρνάει ψάχνοντας το επόμενό του θύμα. Και κανείς δεν τον υποψιάζεται, γιατί είναι φιλικός και έχει τρόπους. Μα ποιος θα έλεγε στον μπακάλη πως η κόρη του είχε δεχτεί μια βόλτα με το αμάξι, από τον ίδιο άνθρωπο που τον βοηθούσε κάθε μέρα με το κουβάλημα; Ποιος θα έλεγε στον φίλο μου τον Αποστόλη, πως το παλικάρι που προόριζε για την κορούλα του ήταν αυτός που της πήρε τη ζωή;
Η ώρα είναι τρεις τα ξημερώματα. Τα χέρια μου σφιχτά επάνω στο τραπέζι, αλλά δεν κουνιούνται. Σαν να περιμένω κάτι, αν και τίποτα δεν έρχεται. Ίσως την τιμωρία που νιώθω ότι μου αξίζει, ίσως την αναγνώριση της αλήθειας που δεν μπορώ να πω ούτε στον ίδιο μου τον εαυτό.
Η ώρα είναι τρεις και τέταρτο. Γύρισε. Τα ρούχα του είναι μούσκεμα στο αίμα.
«Γρήγορα πατέρα, έλα να με βοηθήσεις», μου λέει και εγώ πηγαίνω, με βήματα αργά, να φέρω τη λεκάνη, να τη γεμίσω με χλωρίνη και να ρίξω μέσα τα λερωμένα ρούχα.
Αυτός ρίχνει νερό στο σώμα του, ζεστό. Στέκομαι για μια στιγμή και τον κοιτάω. Μοιάζει ευάλωτος έτσι, γυμνός, περιτριγυρισμένος από τον παχύ ατμό. Νιώθω μια ξαφνική παρόρμηση να πιάσω κάτι αιχμηρό. Ρίχνω τα ρούχα στη λεκάνη. Το αίμα διαλύεται, χάνεται με την ίδια ευκολία που κόλλησε πάνω τους.
Βγάζω τα ρούχα από τη χλωρίνη και τα ρίχνω μέσα στο ζεστό νερό. Εκείνος, βγαίνει από το μπάνιο. Είναι καθαρός. Με προσπερνάει και πάει κατευθείαν προς τη κουζίνα.
«Πατέρα, έλα να κάτσουμε, να πιούμε λίγο ποτό».
Σφίγγω τις γροθιές μου.
Γυρνά, με κοιτά και χαμογελάει με παιδικότητα. Χαλαρώνουν οι μύες μου, μουδιάζω.
Και τελικά, ρωτώ: «Να σου ζεστάνω ένα πιάτο φαγητό;»
Βέρα Κάμτση

Σχολιάστε